Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'épisode pilote
01
πειραματικό επεισόδιο, προκαταρκτικό επεισόδιο
premier épisode produit pour évaluer le potentiel d'une série avant sa diffusion ou sa production complète
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
épisodes pilotes
Παραδείγματα
L' épisode pilote sert souvent de test auprès du public.
Το πειραματικό επεισόδιο συχνά χρησιμεύει ως δοκιμή με το κοινό.



























