la première pierre
prem
pʁəm
πραμ
ière
jɛʁ
γερ
pierre
pjɛʁ
πγερ

Ορισμός και σημασία του "première pierre"στα γαλλικά

La première pierre
01

ακρογωνιαίος λίθος, θεμέλιος λίθος

premier élément posé dans la construction d'un bâtiment, symbolisant le début des travaux 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
premières pierres
Παραδείγματα
La première pierre du nouveau lycée a été posée ce matin. 

Ο ακρογωνιαίος λίθος του νέου λυκείου τοποθετήθηκε σήμερα το πρωί.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store