Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La première pierre
01
ακρογωνιαίος λίθος, θεμέλιος λίθος
premier élément posé dans la construction d'un bâtiment, symbolisant le début des travaux
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
premières pierres
Παραδείγματα
La première pierre du nouveau lycée a été posée ce matin.
Ο ακρογωνιαίος λίθος του νέου λυκείου τοποθετήθηκε σήμερα το πρωί.



























