Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rapper
01
κάνω ραπ, τραγουδώ ραπ
dire un texte rythmé sur une musique, à la manière du rap
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
rappe
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
rappons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
rapperai
παθητική μετοχή
rappé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
rappions
Παραδείγματα
Il rappe depuis l'âge de quinze ans.
Κάνει ραπ από την ηλικία των δεκαπέντε ετών.
LanGeek



























