le rapace
ra
ʁa
ρα
pace
pɑs
πασ

Ορισμός και σημασία του "rapace"στα γαλλικά

01

αρπακτικό πτηνό, άπληστος άνθρωπος

oiseau qui chasse d'autres animaux pour se nourrir ou personne avide et cupide 
le rapace definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
rapaces
Παραδείγματα
L'aigle est un rapace puissant 

Ο αετός είναι ένα ισχυρό αρπακτικό πτηνό.

02

personne avide, cupide ou exploiteuse 

Παραδείγματα
Il est devenu un rapace dans le monde des affaires 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store