Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le rapace
01
αρπακτικό πτηνό, άπληστος άνθρωπος
oiseau qui chasse d'autres animaux pour se nourrir ou personne avide et cupide
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
rapaces
Παραδείγματα
Les rapaces attirent souvent l' attention des photographes
Τα αρπακτικά πτηνά συχνά προσελκύουν την προσοχή των φωτογράφων.
02
personne avide, cupide ou exploiteuse
Παραδείγματα
Dans ce marché, il faut se méfier des rapaces



























