Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
échantillonner
01
δειγματοληπτώ, παίρνω δείγμα
enregistrer un extrait de son ou de musique pour le réutiliser dans une autre création
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
échantillonne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
échantillonnons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
échantillonnerai
παθητική μετοχή
échantillonné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
échantillonnions
Παραδείγματα
L' artiste aime échantillonner des sons naturels.
Ο καλλιτέχνης του αρέσει να δειγματοληπτεί φυσικούς ήχους.



























