Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le gospel
01
γκόσπελ, μουσική γκόσπελ
musique chrétienne d'origine afro-américaine, caractérisée par des chœurs, des harmonies puissantes et une grande expressivité émotionnelle
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Elle chante du gospel dans l'église chaque dimanche.
Τραγουδάει γκόσπελ στην εκκλησία κάθε Κυριακή.



























