Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La gorge
[gender: feminine]
01
λαιμός
la partie avant du cou par laquelle passent la nourriture et l'air
Παραδείγματα
Boire de l' eau chaude soulage la gorge.
Το πόσιμο ζεστού νερού ανακουφίζει τον λαιμό.
02
φαράγγι, κατάντη
une vallée étroite et profonde, souvent avec des parois abruptes
Παραδείγματα
La gorge est entourée de falaises impressionnantes.
Το φαράγγι περιβάλλεται από εντυπωσιακούς βράχους.



























