la gouache
Pronunciation
/gwaʃ/

Ορισμός και σημασία του "gouache"στα γαλλικά

La gouache
[gender: feminine]
01

γκουάς, χρώμα γκουάς

peinture à base de pigments mélangés à de l'eau et à un liant opaque, ou œuvre réalisée avec cette peinture
la gouache definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
gouaches
Παραδείγματα
L' artiste expose ses illustrations réalisées à la gouache.
Ο καλλιτέχνης εκθέτει τις εικονογραφήσεις του που πραγματοποιήθηκαν με γκουάς.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store