Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gourmand
01
αδηφάγος, λαίμαργος
qui aime manger avec excès, souvent avec plaisir
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus gourmand
συγκριτικός βαθμός
plus gourmand
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
gourmand
αρσενικό πληθυντικό
gourmands
θηλυκό ενικό
gourmande
θηλυκό πληθυντικό
gourmandes
Παραδείγματα
Un regard gourmand devant la vitrine de la pâtisserie.
Ένα λαίμαργο βλέμμα μπροστά από το παράθυρο του ζαχαροπλαστείου.



























