Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gourmand
01
αδηφάγος, λαίμαργος
qui aime manger avec excès, souvent avec plaisir
Παραδείγματα
Un regard gourmand devant la vitrine de la pâtisserie.
Ένα λαίμαργο βλέμμα μπροστά από το παράθυρο του ζαχαροπλαστείου.



























