gourmand
gourmand
guʁmɑ̃
goormaa

Ορισμός και σημασία του "gourmand"στα γαλλικά

01

αδηφάγος, λαίμαργος

qui aime manger avec excès, souvent avec plaisir 
gourmand definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus gourmand
συγκριτικός βαθμός
plus gourmand
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
gourmand
αρσενικό πληθυντικό
gourmands
θηλυκό ενικό
gourmande
θηλυκό πληθυντικό
gourmandes
Παραδείγματα
Ce chat gourmand vole toujours de la nourriture. 

Αυτή η λαίμαργη γάτα κλέβει πάντα φαγητό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store