Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Les gouttes
[gender: feminine]
01
σταγόνες, κολλύρια
préparations liquides médicamenteuses destinées à être administrées par petites doses, souvent dans les yeux, les oreilles ou la bouche
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
gouttes
Παραδείγματα
Il utilise des gouttes pour soulager le mal de gorge.
Χρησιμοποιεί σταγόνες για να ανακουφίσει τον πονόλαιμο.



























