la gorge
gorge
gɔʁʒ
γκορζ
gougegorgéegeorge

Ορισμός και σημασία του "gorge"στα γαλλικά

01

λαιμός

la partie avant du cou par laquelle passent la nourriture et l'air 
la gorge definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
gorges
Παραδείγματα
J'ai mal à la gorge depuis ce matin. 

Πονάει ο λαιμός μου από το πρωί.

02

φαράγγι, κατάντη

une vallée étroite et profonde, souvent avec des parois abruptes 
Παραδείγματα
Les randonneurs traversent une gorge spectaculaire. 

Οι πεζοπόροι διασχίζουν ένα εντυπωσιακό φαράγγι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store