Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'aliment solide
01
στερεή τροφή, στερεό τρόφιμο
nourriture qui n'est ferme ou solide, par opposition aux liquides ou semi-liquides
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
aliments solides
Παραδείγματα
Les fruits et les légumes sont des aliments solides.
Τα φρούτα και τα λαχανικά είναι στερεά τρόφιμα.



























