Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'huilier-vinaigrier
01
μπουκάλι λαδιού και ξιδιού, δοχείο για λάδι και ξίδι
petit récipient, souvent en verre, utilisé pour contenir et servir l'huile et le vinaigre à table
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
huiliers-vinaigriers
Παραδείγματα
Elle a mis de l'huile d'olive et du vinaigre dans l'huilier-vinaigrier.
Έβαλε ελαιόλαδο και ξίδι στο ελαιοδοχείο-ξιδοδοχείο.



























