dos nu
dos
do
ντο
nu
ny
νυ

Ορισμός και σημασία του "dos nu"στα γαλλικά

01

χωρίς πλάτη, με ανοιχτή πλάτη

qui laisse le dos entièrement ou largement découvert 
dos nu definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
dos nu
αρσενικό πληθυντικό
dos nus
θηλυκό ενικό
dos nu
θηλυκό πληθυντικό
dos nus
θεματικό πεδίο
mode, vêtement, apparence
Παραδείγματα
Elle a porté une robe dos nu pour la soirée. 

Φόρεσε ένα φόρεμα με ακάλυπτη πλάτη για το βράδυ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store