l'attractivité
att
at
at
rac
ʁak
rak
ti
ti
ti
vité
vite
vite
aiguillonnerdisqualifierproductivitéserviabilité

Ορισμός και σημασία του "attractivité"στα γαλλικά

L'attractivité
01

ελκυστικότητα, γοητεία

qualité de ce qui attire ou séduit 
l'attractivité definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
L'attractivité de cette ville attire de nombreux touristes. 

Η ελκυστικότητα αυτής της πόλης προσελκύει πολλούς τουρίστες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store