Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'attractivité
01
ελκυστικότητα, γοητεία
qualité de ce qui attire ou séduit
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
L'attractivité de cette ville attire de nombreux touristes.
Η ελκυστικότητα αυτής της πόλης προσελκύει πολλούς τουρίστες.



























