le burn-out
Pronunciation
/bˈœːʁnaˈut/

Ορισμός και σημασία του "burn-out"στα γαλλικά

01

επαγγελματική εξάντληση, σύνδρομο εξουθένωσης

état d'épuisement physique, émotionnel et mental lié à un stress prolongé, souvent au travail
Παραδείγματα
La sensibilisation au burn-out aide à mieux le détecter à temps.
Η ευαισθητοποίηση για το burn-out βοηθά στον καλύτερο εντοπισμό του εγκαίρως.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store