Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La commotion cérébrale
01
εγκεφαλική διάσειση, ελαφρύ κρανιοεγκεφαλικό τραύμα
blessure au cerveau causée par un choc ou un impact, entraînant des symptômes comme étourdissement, confusion ou perte de conscience
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
commotions cérébrales
Παραδείγματα
Il a subi une commotion cérébrale après son accident de vélo.
Υπέστη εγκεφαλική διάσειση μετά το ατύχημα του με το ποδήλατο.



























