cornu
cor
kɔʁ
kawr
nu
ny
ny
connu

Ορισμός και σημασία του "cornu"στα γαλλικά

01

κερασφόρος, με κέρατα

qui a des cornes ou des excroissances osseuses sur la tête 
cornu definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus cornu
συγκριτικός βαθμός
plus cornu
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
cornu
αρσενικό πληθυντικό
cornus
θηλυκό ενικό
cornue
θηλυκό πληθυντικό
cornues
Παραδείγματα
Le cerf est un animal cornu majestueux. 

Το ελάφι είναι ένα μεγαλοπρεπές κερασφόρο ζώο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store