le cornichon
cornichon
kɔʁniʃɔ̃
kawrnishaw

Ορισμός και σημασία του "cornichon"στα γαλλικά

01

πιπεριές τουρσί, τουρσί

petit concombre conservé dans du vinaigre ou de la saumure, utilisé comme condiment ou en accompagnement 
le cornichon definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
plural
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
cornichons
Παραδείγματα
J'ai mis des cornichons dans le sandwich. 

Έβαλα πίκλες στο σάντουιτς.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store