Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
corner
01
διπλώνω, λυγίζω
plier ou courber un objet, souvent une feuille ou un coin
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
corne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
cornons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
cornerai
ενεστώτα μετοχή
cornant
παθητική μετοχή
corné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
cornions
Παραδείγματα
Elle a corner la page du livre pour ne pas oublier.
Δίπλωσε τη σελίδα του βιβλίου για να μην ξεχάσει.
Le corner
01
κορνερ
coup de pied accordé à l'attaque depuis un des coins du terrain de football
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
corners
Παραδείγματα
L'équipe a obtenu un corner après la défense adverse.
Η ομάδα κέρδισε μια γωνιακή μετά την άμυνα του αντιπάλου.



























