corner
cor
kɔʁ
kawr
ner
ne
ne
cordercorsercernercogner

Ορισμός και σημασία του "corner"στα γαλλικά

corner
01

διπλώνω, λυγίζω

plier ou courber un objet, souvent une feuille ou un coin 
corner definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
corne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
cornons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
cornerai
ενεστώτα μετοχή
cornant
παθητική μετοχή
corné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
cornions
Παραδείγματα
Elle a corner la page du livre pour ne pas oublier. 

Δίπλωσε τη σελίδα του βιβλίου για να μην ξεχάσει.

01

κορνερ

coup de pied accordé à l'attaque depuis un des coins du terrain de football 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
corners
Παραδείγματα
L'équipe a obtenu un corner après la défense adverse. 

Η ομάδα κέρδισε μια γωνιακή μετά την άμυνα του αντιπάλου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store