le merle noir
merle
mɛʁl
μερλ
noir
νρ

Ορισμός και σημασία του "merle noir"στα γαλλικά

01

μελάνουρος, μαύρο πουλί

oiseau chanteur au plumage noir et au bec jaune, très commun en Europe 
le merle noir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
merles noirs
Παραδείγματα
Le merle noir chante tôt le matin dans le jardin. 

Ο μελάνουρος κόσσυφος τραγουδάει νωρίς το πρωί στον κήπο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store