la mer
mer
mɛʁ
mer
mener

Ορισμός και σημασία του "mer"στα γαλλικά

01

θάλασσα, ωκεανός

grande étendue d'eau salée qui couvre une partie de la surface de la Terre 
la mer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
mers
Παραδείγματα
Nous passons l'été au bord de la mer. 

Περνάμε το καλοκαίρι στην ακτή της θάλασσας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store