le parapet
parapet

Ορισμός και σημασία του "parapet"στα γαλλικά

01

παραπέτασμα, παρωπίδα

mur bas ou garde-corps plein, situé au bord d'un toit, d'un pont ou d'un ouvrage, servant de protection contre les chutes 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
parapets
Παραδείγματα
Le parapet du pont est en pierre. 

Το παρωπίδιο της γέφυρας είναι από πέτρα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

parapet

para

+

pet

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store