Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
nauséeux
01
ναυτιώδης, που νιώθει ναυτία
qui provoque ou ressent des nausées
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus nauséeux
συγκριτικός βαθμός
plus nauséeux
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
nauséeux
αρσενικό πληθυντικό
nauséeux
θηλυκό ενικό
nauséeuse
θηλυκό πληθυντικό
nauséeuses
Παραδείγματα
Cette scène de film était tellement réaliste qu' elle la rendait nauséeuse.
Αυτή η σκηνή της ταινίας ήταν τόσο ρεαλιστική που την έκανε να νιώθει ναυτία.



























