Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
nauséeux
01
ναυτιώδης, που νιώθει ναυτία
qui provoque ou ressent des nausées
Παραδείγματα
Cette scène de film était tellement réaliste qu' elle la rendait nauséeuse.
Αυτή η σκηνή της ταινίας ήταν τόσο ρεαλιστική που την έκανε να νιώθει ναυτία.



























