le lapidaire
la
la
λα
pi
pi
πι
daire
dɛʁ
ντερ

Ορισμός και σημασία του "lapidaire"στα γαλλικά

01

λιθοκόπος, τεχνίτης κοπής λίθων

artisan ou artisan spécialisée dans la taille des pierres 
le lapidaire definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
lapidaires
αρσενικό ενικό
lapidaire
θηλυκό ενικό
lapidaire
Παραδείγματα
Le lapidaire a façonné un rubis exceptionnel. 

Ο λιθογράφος διαμόρφωσε ένα εξαιρετικό ρουμπίνι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store