l'inconfort
inconfort
ɛ̃kɔ̃fɔʁ
ekawfawgh

Ορισμός και σημασία του "inconfort"στα γαλλικά

01

δυσφορία, αναντιστοιχία

état de gêne, malaise  ou absence de confort 
l'inconfort definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
L'inconfort des chaussures neuves m'a gêné toute la journée. 

Η δυσφορία των καινούργιων παπουτσιών με ενοχλούσε όλη την ημέρα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store