Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'inconfort
01
δυσφορία, αναντιστοιχία
état de gêne, malaise ou absence de confort
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
L' inconfort physique empêche de se concentrer.
Η σωματική δυσφορία εμποδίζει τη συγκέντρωση.



























