Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'inconfort
01
δυσφορία, αναντιστοιχία
état de gêne, malaise ou absence de confort
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
L'inconfort des chaussures neuves m'a gêné toute la journée.
Η δυσφορία των καινούργιων παπουτσιών με ενοχλούσε όλη την ημέρα.



























