inclure
Pronunciation
/ɛ̃klyʀ/

Ορισμός και σημασία του "inclure"στα γαλλικά

inclure
01

περιλαμβάνω, περιέχω

comprendre ou contenir quelque chose dans un tout
inclure definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
inclus
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
incluons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
inclurai
ενεστώτα μετοχή
incluant
παθητική μετοχή
inclus
α΄ πληθυντικό παρατατικού
incluions
Παραδείγματα
Le rapport inclut toutes les données importantes.
Η αναφορά περιλαμβάνει όλα τα σημαντικά δεδομένα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store