Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inclure
01
περιλαμβάνω, περιέχω
comprendre ou contenir quelque chose dans un tout
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
inclus
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
incluons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
inclurai
ενεστώτα μετοχή
incluant
παθητική μετοχή
inclus
α΄ πληθυντικό παρατατικού
incluions
Παραδείγματα
Le rapport inclut toutes les données importantes.
Η αναφορά περιλαμβάνει όλα τα σημαντικά δεδομένα.



























