Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'inconnu
01
άγνωστος, ξένος
personne que l'on ne connaît pas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
inconnus
Παραδείγματα
L' inconnu a laissé un message.
Ο άγνωστος άφησε ένα μήνυμα.
inconnu
01
άγνωστος, αγνώριστος
qui n'est pas connu ou identifié
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus inconnu
συγκριτικός βαθμός
plus inconnu
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
inconnu
αρσενικό πληθυντικό
inconnus
θηλυκό ενικό
inconnue
θηλυκό πληθυντικό
inconnues
Παραδείγματα
Cet auteur est encore inconnu du grand public.
Αυτός ο συγγραφέας είναι ακόμη άγνωστος στο ευρύ κοινό.



























