l'inconnu
inconnu
ɛ̃kɔny
ekawny

Ορισμός και σημασία του "inconnu"στα γαλλικά

01

άγνωστος, ξένος

personne que l'on ne connaît pas 
l'inconnu definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
inconnus
αρσενικό ενικό
inconnu
θηλυκό ενικό
inconnue
neutral form
personne inconnue
Παραδείγματα
Un inconnu a frappé à la porte. 

Ένας άγνωστος χτύπησε την πόρτα.

01

άγνωστος, αγνώριστος

qui n'est pas connu ou identifié 
inconnu definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus inconnu
συγκριτικός βαθμός
plus inconnu
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
inconnu
αρσενικό πληθυντικό
inconnus
θηλυκό ενικό
inconnue
θηλυκό πληθυντικό
inconnues
θεματικό πεδίο
identité, connaissance, lieu
Παραδείγματα
Un lieu inconnu peut faire peur. 

Ένας άγνωστος τόπος μπορεί να είναι τρομακτικός.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store