Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inciter
01
ενθαρρύνω, παρακινώ
pousser quelqu'un à faire quelque chose, par encouragement ou pression
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
incite
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
incitons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
inciterai
ενεστώτα μετοχή
incitant
παθητική μετοχή
incité
α΄ πληθυντικό παρατατικού
incitions
Παραδείγματα
Elle a incité son frère à continuer ses études.
Εκείνη ενθάρρυνε τον αδελφό της να συνεχίσει τις σπουδές του.



























