inciter
inciter
ɛ̃site
esite
inciserinviter

Ορισμός και σημασία του "inciter"στα γαλλικά

inciter
01

ενθαρρύνω, παρακινώ

pousser quelqu'un à faire quelque chose, par encouragement ou pression 
inciter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
incite
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
incitons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
inciterai
ενεστώτα μετοχή
incitant
παθητική μετοχή
incité
α΄ πληθυντικό παρατατικού
incitions
Παραδείγματα
Ses paroles ont incité les jeunes à agir. 

Τα λόγια του προκάλεσαν τους νέους να δράσουν.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store