le hygiéniste
hy
i
i
gié
ʒje
zhye
niste
nɪst
nist

Ορισμός και σημασία του "hygiéniste"στα γαλλικά

Le hygiéniste
01

υγειονολόγος, ειδικός υγιεινής

professionnel chargé de prévenir les maladies et de promouvoir la santé, souvent en dentisterie ou en santé publique 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
hygiénistes
Παραδείγματα
L'hygiéniste dentaire nettoie les dents des patients. 

Ο οδοντιατρικός υγιεινολόγος καθαρίζει τα δόντια των ασθενών.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store