Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le hygiéniste
01
υγειονολόγος, ειδικός υγιεινής
professionnel chargé de prévenir les maladies et de promouvoir la santé, souvent en dentisterie ou en santé publique
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
hygiénistes
Παραδείγματα
Les hygiénistes jouent un rôle important dans la prévention des maladies.
Οι υγιεινολόγοι παίζουν σημαντικό ρόλο στην πρόληψη των ασθενειών.



























