allitération

Ορισμός και σημασία του "allitération"στα γαλλικά

Allitération
[gender: feminine]
01

αναδίπλωση, επανάληψη συμφωνικών ήχων

répétition d'un même son consonantique au début ou à l'intérieur de mots rapprochés dans une phrase ou un vers pour créer un effet sonore
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
allitérations
Παραδείγματα
L' allitération aide à créer un rythme particulier dans le vers.
Η αλληλούχιση βοηθά στη δημιουργία ενός συγκεκριμένου ρυθμού στον στίχο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store