Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'arrêt de bus
01
στάση λεωφορείου, σταθμός λεωφορείων
endroit où les bus s'arrêtent pour prendre ou déposer des passagers
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
arrêts de bus
Παραδείγματα
L'arrêt de bus est juste devant l'école.
Η στάση λεωφορείου βρίσκεται ακριβώς μπροστά από το σχολείο.



























