Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le coup d'œil
01
regard bref porté sur quelque chose ou quelqu'un , -
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Il a jeté un coup d'œil à sa montre.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
regard bref porté sur quelque chose ou quelqu'un , -