éveiller
éveiller
evɛje
eveye
éveillé

Ορισμός και σημασία του "éveiller"στα γαλλικά

éveiller
01

ξυπνώ, αφυπνίζω

faire sortir quelqu'un du sommeil, ou susciter un sentiment ou une idée 
éveiller definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
éveille
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
éveillons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
éveillerai
ενεστώτα μετοχή
éveillant
παθητική μετοχή
éveillé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
éveillions
Παραδείγματα
Je vais éveiller mon frère ce matin. 

Πρόκειται να ξυπνήσω τον αδερφό μου σήμερα το πρωί.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store