Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
éveiller
01
ξυπνώ, αφυπνίζω
faire sortir quelqu'un du sommeil, ou susciter un sentiment ou une idée
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
éveille
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
éveillons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
éveillerai
ενεστώτα μετοχή
éveillant
παθητική μετοχή
éveillé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
éveillions
Παραδείγματα
Elle a éveillé la curiosité des élèves.
Αυτή ξύπνησε την περιέργεια των μαθητών.



























