érudit
Pronunciation
/eʁydˈi/

Ορισμός και σημασία του "érudit"στα γαλλικά

01

πολυμαθής, μορφωμένος

qui a beaucoup de connaissances, cultivé
érudit definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus érudit
συγκριτικός βαθμός
plus érudit
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
érudit
αρσενικό πληθυντικό
érudits
θηλυκό ενικό
érudite
θηλυκό πληθυντικό
érudites
Παραδείγματα
Sa critique érudite du livre a été très appréciée.
Η μαθημένη κριτική του για το βιβλίο εκτιμήθηκε πολύ.
L'érudit
[gender: masculine]
01

λόγιος, μαθημένος

personne instruite et cultivée, ayant de vastes connaissances
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
érudits
Παραδείγματα
On a consulté un érudit pour vérifier l' exactitude historique du texte.
Συμβουλεύτηκε έναν λόγιο για να επαληθεύσει την ιστορική ακρίβεια του κειμένου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store