Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
équivoque
01
διφορούμενος, ασαφής
qui peut être interprété de plusieurs façons, pas clair
Παραδείγματα
Cette phrase est équivoque et prête à confusion.
Αυτή η πρόταση είναι διφορούμενη και παραπλανητική.
02
ύποπτος, αμφίβολος
qui inspire le doute ou semble suspect
Παραδείγματα
Elle a trouvé ses propos équivoques et suspects.
Βρήκε τα σχόλιά του αμφίσημα και ύποπτα.
L'équivoque
[gender: feminine]
01
αμφισημία, διφορούμενη έννοια
le caractère de ce qui est incertain, ambigu ou douteux
Παραδείγματα
Nous devons lever toute équivoque avant de continuer.
Πρέπει να ξεκαθαρίσουμε κάθε αμφισημία πριν συνεχίσουμε.



























