Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
épouser
01
παντρεύομαι κάποιον, συνάπτω γάμο με κάποιον
se marier avec quelqu'un
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
épouse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
épousons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
épouserai
ενεστώτα μετοχή
épousant
παθητική μετοχή
épousé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
épousions
Παραδείγματα
Ils vont bientôt épouser leurs partenaires.



























