épouser
Pronunciation
/epuze/

Ορισμός και σημασία του "épouser"στα γαλλικά

épouser
01

παντρεύομαι κάποιον, συνάπτω γάμο με κάποιον

se marier avec quelqu'un
épouser definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
épouse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
épousons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
épouserai
ενεστώτα μετοχή
épousant
παθητική μετοχή
épousé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
épousions
Παραδείγματα
Ils vont bientôt épouser leurs partenaires.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store