l'époque
Pronunciation
/epɔk/

Ορισμός και σημασία του "époque"στα γαλλικά

L'époque
[gender: feminine]
01

εποχή, περίοδος

période de temps caractérisée par des événements ou des traits particuliers
l'époque definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
époques
Παραδείγματα
Chaque époque a ses propres défis.
Κάθε εποχή έχει τις δικές της προκλήσεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store