Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'énergie
01
ενέργεια, δύναμη
force physique ou mentale pour agir ou faire un effort
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Faire du sport régulièrement donne plus d' énergie.
Το να αθλείσαι τακτικά δίνει περισσότερη ενέργεια.



























