Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
émerveiller
01
εκπλήσσω, καταπλήσσω
remplir quelqu'un d'admiration et d'étonnement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
émerveille
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
émerveillons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
émerveillerai
ενεστώτα μετοχή
émerveillant
παθητική μετοχή
émerveillé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
émerveillions
Παραδείγματα
Ce livre a émerveillé des générations de lecteurs.
Αυτό το βιβλίο κατέπληξε γενιές αναγνωστών.
02
θαυμάζω, εκπλήσσομαι
être rempli d'admiration et d'étonnement devant quelque chose
Παραδείγματα
Nous nous émerveillons toujours devant les merveilles de la nature.
Πάντα θαυμάζουμε τα θαύματα της φύσης.



























