émerveiller
émerveiller
emɛʁvɛje
emerveye

Ορισμός και σημασία του "émerveiller"στα γαλλικά

émerveiller
01

εκπλήσσω, καταπλήσσω

remplir quelqu'un d'admiration et d'étonnement 
émerveiller definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
émerveille
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
émerveillons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
émerveillerai
ενεστώτα μετοχή
émerveillant
παθητική μετοχή
émerveillé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
émerveillions
Παραδείγματα
Le spectacle a émerveillé les enfants. 

Η παράσταση κατέπληξε τα παιδιά.

02

θαυμάζω, εκπλήσσομαι

être rempli d'admiration et d'étonnement devant quelque chose 
émerveiller definition and meaning
Παραδείγματα
Elle s'émerveille devant la beauté des fleurs. 

Αυτή θαυμάζει την ομορφιά των λουλουδιών.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store