Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
émerveiller
01
εκπλήσσω, καταπλήσσω
remplir quelqu'un d'admiration et d'étonnement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
émerveille
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
émerveillons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
émerveillerai
ενεστώτα μετοχή
émerveillant
παθητική μετοχή
émerveillé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
émerveillions
Παραδείγματα
Le spectacle a émerveillé les enfants.
Η παράσταση κατέπληξε τα παιδιά.
02
θαυμάζω, εκπλήσσομαι
être rempli d'admiration et d'étonnement devant quelque chose
Παραδείγματα
Elle s'émerveille devant la beauté des fleurs.
Αυτή θαυμάζει την ομορφιά των λουλουδιών.



























