élevé
élevé
eləve
elēve
élever

Ορισμός και σημασία του "élevé"στα γαλλικά

01

ψηλός, υψηλός

qui est situé à une grande hauteur 
élevé definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus élevé
συγκριτικός βαθμός
plus élevé
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
élevé
αρσενικό πληθυντικό
élevés
θηλυκό ενικό
élevée
θηλυκό πληθυντικό
élevées
Παραδείγματα
La montagne est très élevée et difficile à escalader. 

Το βουνό είναι πολύ ψηλό και δύσκολο να ανεβεί.

02

υψηλός, υψωμένος

qui a un niveau important, supérieur à la moyenne (quantité, intensité, degré) 
élevé definition and meaning
Παραδείγματα
Le taux de chômage dans cette région est élevé. 

Το ποσοστό ανεργίας σε αυτήν την περιοχή είναι υψηλό.

03

καλά αναθρεμμένος, καλομαθημένος

qui a été bien éduqué ou formé moralement et intellectuellement 
Παραδείγματα
C'est un jeune homme élevé et respectueux. 

Είναι ένας καλοαναθρεμμένος και σεβαστός νέος άνδρας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store