Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
élaborer
01
αναπτύσσω, επεξεργάζομαι
préparer, concevoir ou mettre au point quelque chose avec soin
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
élabore
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
élaborons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
élaborerai
ενεστώτα μετοχή
élaborant
παθητική μετοχή
élaboré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
élaborions
Παραδείγματα
Le comité élabore les nouvelles procédures de travail.
Η επιτροπή αναπτύσσει τις νέες διαδικασίες εργασίας.



























