élaborer
Pronunciation
/elabɔʀe/

Ορισμός και σημασία του "élaborer"στα γαλλικά

élaborer
01

αναπτύσσω, επεξεργάζομαι

préparer, concevoir ou mettre au point quelque chose avec soin
élaborer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
élabore
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
élaborons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
élaborerai
ενεστώτα μετοχή
élaborant
παθητική μετοχή
élaboré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
élaborions
Παραδείγματα
Le comité élabore les nouvelles procédures de travail.
Η επιτροπή αναπτύσσει τις νέες διαδικασίες εργασίας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store