Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'égalité
[gender: feminine]
01
ισότητα, ισοδυναμία
état de ce qui est égal ou équivalent en valeur, droit ou quantité
Παραδείγματα
L' égalité salariale reste un enjeu majeur.
Η ισότητα των μισθών παραμένει ένα σημαντικό ζήτημα.
02
ισοπαλία, ισότητα
situation où deux équipes ou joueurs ont le même score
Παραδείγματα
Une prolongation peut décider en cas d' égalité.
Η παράταση μπορεί να αποφασίσει σε περίπτωση ισοπαλίας.



























