égal
égal
egal
egal

Ορισμός και σημασία του "égal"στα γαλλικά

01

ίσος, ισοδύναμος

qui a la même valeur, quantité ou importance 
égal definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus égal
συγκριτικός βαθμός
plus égal
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
égal
αρσενικό πληθυντικό
égaux
θηλυκό ενικό
égale
θηλυκό πληθυντικό
égales
Παραδείγματα
Les deux équipes ont un score égal. 

Οι δύο ομάδες έχουν ίσο σκορ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store