Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
égal
01
ίσος, ισοδύναμος
qui a la même valeur, quantité ou importance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus égal
συγκριτικός βαθμός
plus égal
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
égal
αρσενικό πληθυντικό
égaux
θηλυκό ενικό
égale
θηλυκό πληθυντικό
égales
Παραδείγματα
Le traitement doit être égal pour tous.
Η θεραπεία πρέπει να είναι ίση για όλους.



























