l'éditorialiste
éditorialiste
editɔʁjalist
editawryalist

Ορισμός και σημασία του "éditorialiste"στα γαλλικά

L'éditorialiste
01

αρθρογράφος, σχολιαστής

journaliste spécialisé(e) qui rédige des éditoriaux exprimant l'opinion du journal ou son analyse sur l'actualité 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
éditorialistes
αρσενικό ενικό
éditorialiste
θηλυκό ενικό
éditorialiste
Παραδείγματα
L'éditorialiste du journal a critiqué la nouvelle loi. 

Ο αρθρογράφος της εφημερίδας επέκρινε τον νέο νόμο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store