l'éditeur
éditeur
editœʁ
editoer
éditer

Ορισμός και σημασία του "éditeur"στα γαλλικά

01

εκδότης, εκδοτικός οίκος

personne ou entreprise qui publie et diffuse des livres 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
éditeurs
αρσενικό ενικό
éditeur
θηλυκό ενικό
éditrice
neutral form
maison d'édition
Παραδείγματα
L'éditeur a accepté de publier son roman. 

Ο εκδότης συμφώνησε να εκδώσει το μυθιστόρημά της.

02

συντάκτης, διορθωτής

personne qui révise et corrige les textes avant publication 
Παραδείγματα
L'éditeur a corrigé toutes les fautes du manuscrit. 

Ο συντάκτης διόρθωσε όλα τα λάθη στο χειρόγραφο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store