éditer
Pronunciation
/e.di.te/

Ορισμός και σημασία του "éditer"στα γαλλικά

éditer
01

συγκεντρώνω, επεξεργάζομαι

préparer, organiser et publier un document ou un livre
éditer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
édite
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
éditons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
éditerai
ενεστώτα μετοχή
éditant
παθητική μετοχή
édité
α΄ πληθυντικό παρατατικού
éditions
Παραδείγματα
Le professeur a édité un manuel pour ses étudiants.
Ο καθηγητής επεξεργάστηκε ένα εγχειρίδιο για τους μαθητές του.
02

επεξεργάζομαι, προετοιμάζω για δημοσίευση

préparer un texte ou un livre pour la publication
Παραδείγματα
Elle a décidé d' éditer un livre de photographies.
Αποφάσισε να επεξεργαστεί ένα βιβλίο φωτογραφιών.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store