Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
éditer
01
συγκεντρώνω, επεξεργάζομαι
préparer, organiser et publier un document ou un livre
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
édite
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
éditons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
éditerai
ενεστώτα μετοχή
éditant
παθητική μετοχή
édité
α΄ πληθυντικό παρατατικού
éditions
Παραδείγματα
Le professeur a édité un manuel pour ses étudiants.
Ο καθηγητής επεξεργάστηκε ένα εγχειρίδιο για τους μαθητές του.
02
επεξεργάζομαι, προετοιμάζω για δημοσίευση
préparer un texte ou un livre pour la publication
Παραδείγματα
Elle a décidé d' éditer un livre de photographies.
Αποφάσισε να επεξεργαστεί ένα βιβλίο φωτογραφιών.



























