Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
éditer
01
συγκεντρώνω, επεξεργάζομαι
préparer, organiser et publier un document ou un livre
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
édite
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
éditons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
éditerai
ενεστώτα μετοχή
éditant
παθητική μετοχή
édité
α΄ πληθυντικό παρατατικού
éditions
Παραδείγματα
Il a édité un recueil de poèmes.
Επεξεργάστηκε μια συλλογή ποιημάτων.
02
επεξεργάζομαι, προετοιμάζω για δημοσίευση
préparer un texte ou un livre pour la publication
Παραδείγματα
Elle édite un nouveau roman pour l'année prochaine.
Αυτή επεξεργάζεται ένα νέο μυθιστόρημα για το επόμενο έτος.



























