Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'écrou
01
παξιμάδι, θηλυκό βίδα
pièce métallique, souvent hexagonale, percée d'un filetage interne , utilisée avec une vis ou une tige filetée pour assembler ou fixer des éléments
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
écrous
Παραδείγματα
L'écrou se visse sur la boulon pour maintenir les pièces ensemble.
Η παξιμάδι βιδώνεται στο μπουλόνι για να κρατήσει τα μέρη μαζί.
02
φυλακιστικό μητρώο, βιβλίο εγγραφής κρατουμένων
document officiel établi par l'administration pénitentiaire pour enregistrer l'entrée ou la sortie d'un détenu dans un établissement carcéral
Παραδείγματα
L'écrou du prisonnier a été enregistré à son arrivée.
Η εγγραφή του κρατουμένου καταχωρήθηκε κατά την άφιξή του.



























